Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Λευκά πέταλα.



Ελλάδα 16 Ιανουαρίου 2016
 Μία φωτεινή ημέρα. Ο ήλιος και το ζεστό αεράκι προσφέρει μία ευχάριστη αίσθηση στην επιδερμίδα. Ο μικρός Γιάννης βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού του και πετάει το μπαλάκι του στο σκυλάκι του Τομ.. Το κουτάβι του επιστρέφει την πλαστική μπάλα και γλύφει τα δάχτυλα του μικρού αγοριού. Τα γέλια του παιδιού ακούγονται στην γύρω περιοχή. Η μητέρα του, από το παράθυρο του φωνάζει να μπει στο σπίτι για να φάει.


Κάπου στη θάλασσα 16 Ιανουαρίου 2016

  Είναι σκοτάδι. Ο κρύος αέρας ακουμπάει τα μάγουλα σαν χαστούκια. Ο μικρός Μαχμούτ βρίσκεται σε μία φουσκωτή βάρκα στη μέση της θάλασσας στην αγκαλιά της μητέρας του. Το αλμυρό νερό γλύφει τα δάχτυλα του μικρού αγοριού. Στην άλλη πλευρά της βάρκας βρίσκεται ένα παιδάκι που δεν κουνιέται εδώ και ώρα, κανείς δεν το προστατεύει από το κρύο. Το παιδάκι όμως τώρα κουνήθηκε. Με μία κίνηση βουτάει στη θάλασσα. Ο μικρός Μαχμούτ προσπαθεί να φωνάξει, να ζητήσει βοήθεια μα κανείς δεν τον ακούει. Οι φωνές των ανθρώπων γύρω και τα κύματα κάνουν τόση φασαρία που είναι δύσκολο να ακουστεί. Προσπαθεί να διακρίνει το μικρό παιδάκι που πλέον είχε καταπιεί η θάλασσα ενώ η κοιλίτσα του γουργουρίζει. Είχε να φάει μέρες.

   "Κύμα προσφύγων εισέρχεται στην Ελλάδα!". Ο μικρός Γιάννης τρώει στο τραπέζι και η μητέρα του κλείνει την τηλεόραση φανερά εκνευρισμένη. "Φέρνουν την βρομιά τους στη χώρα μας" είπε η μητέρα του. Ο μικρός Γιάννης έσκυψε το κεφάλι του προς το πιάτο. Παρά τη μικρή του ηλικία ήξερε ότι αυτό που λέει η μαμά του δεν ήταν σωστό. "Όλοι είμαστε άνθρωποι" του έμαθε η δασκάλα του στο σχολείο. Η μητέρα του όμως γιατί δεν το ήξερε αυτό; Η δασκάλα της δεν της το δίδαξε;


   Στεριά. Ο μικρός Μαχμούτ και ένα πλήθος ανθρώπων βρίσκονται στη στεριά. Δάκρυα έπεφταν από τα μάτια τους και αγκαλιάζονταν μεταξύ τους. Πήγε να αγκαλιάσει την μητέρα του μα ξαφνικά σκοτάδι....Το μικρό αγόρι άνοιξε τα μάτια του και είδε πολλούς ανθρώπους να τρέχουν από τη μια πλευρά στην άλλη. Μία γυναίκα και ένας άντρας ήταν πάνω από το κεφάλι του και πιο πέρα η μητέρα του. Τον είχαν τυλίξει με μία κουβέρτα και έλεγχαν την θερμοκρασία του. Η γυναίκα του έδωσε μία πορτοκαλάδα και λίγο ψωμί, η μητέρα του κοίταξε προς το μέρος του και έτρεξε προς εκείνον. Τον πήρε αγκαλιά και τον φιλούσε στο κούτελο.


    "Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά 5 ως 17 ετών που εργάζονται αυτή τη στιγμή στον κόσμο και άλλα τόσα που κινδυνεύει η ζωή τους από τους πολέμους. Αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Στερούν την παιδική αθωότητα τους και την παιδική τους ηλικία." Ακούστηκε το κουδούνι. "Καλό μεσημέρι" είπε η δασκάλα και τα παιδιά βγήκαν από τις αίθουσες. Η μητέρα του Γιαννάκη τον περίμενε στην είσοδο. Προχωρούσαν για το σπίτι, "Μαμά, οι άνθρωποι που έρχονται από τις άλλες χώρες φέρνουν και παιδιά; Αυτά τώρα δεν ταλαιπωρούνται; Δεν κινδυνεύουν; Η κυρία είπε ότι τους στερούν την παιδική αθωότητα και ηλικία. Μαμά γιατί το κάνουν αυτό; Δεν είναι σωστό." η μητέρα δεν μίλησε. Απλά προχωρούσε για το σπίτι.


    Πέρασε μία βδομάδα. Ο μικρός Μαχμούτ τώρα έμενε σε μία απλή σκηνή. Κρύωνε και πεινούσε πολύ. Είχε να φάει δύο μέρες. Κάθε μέρα έρχονταν γιατροί και τους εξέταζαν και απλοί άνθρωποι και έδιναν ότι μπορούσαν από τρόφιμα. Αλλά ποτέ δεν προλάβαινε να πάρει και για εκείνον. Ήταν τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που πεινούσαν. Ο μικρός Γιάννης παρακολουθούσε από την τηλεόραση την κατάσταση μαζί με την γκρίνια της μητέρας του. Είχε δει και από κοντά την κατάσταση αυτών των ανθρώπων, είχε περάσει αρκετές φορές από τις σκηνές τους καθώς πήγαινε σχολείο. Τους ενημέρωνε και η δασκάλα για αυτό το θέμα, τα παιδιά είχαν πάρα πολλές απορίες.


    Σήμερα όμως ο Γιάννης ξέχασε τους πρόσφυγες. Ήταν πολύ χαρούμενος! Θα πήγαινε εκδρομή με το σχολείο στο θερμοκήπιο. Όλα τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Ο κηπουρός θα τους μιλούσε για κάθε λουλούδι ξεχωριστά και τι σημαίνει κάθε χρώμα λουλουδιού. Ο μικρός Γιάννης περπατούσε ανάμεσα στα λουλούδια, σταμάτησε μπροστά σε ένα, σήκωσε το χέρι και ο κηπουρός του έδωσε το λόγο. "Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτό το λουλούδι;" είπε και έδειξε με το δάχτυλο του "Υπάρχει στον κήπο της γειτόνισσας μας και κάθε φορά που το βλέπω το θαυμάζω". Ο κηπουρός χαμογέλασε. "Αυτό είναι ένα απλό λευκό τριαντάφυλλο. Το λευκό συνήθως δηλώνει αγνότητα ή αθωότητα αλλά η γιαγιά μου διαφωνούσε και έλεγε πάντα ότι το λευκό φωνάζει ελπίδα. Ελπίδα για κάτι καλύτερο. Το έδινε πάντα σε έναν άνθρωπο όταν είχε ανάγκη να πιστέψει σε κάτι, να πιστέψει στην ελπίδα. Είχε αρκετά στον κήπο της. Κάθε φορά που έβλεπε ένα λευκό τριαντάφυλλο αντίκριζε πέταλα πλημμυρισμένα από ελπίδα,αγνότητα και αθωότητα." Ο μικρός Γιάννης χαμογέλασε. Πήγε σπίτι και είπε στους γονείς του τι έμαθε για τα λουλούδια. Ήταν ενθουσιασμένος. Καθόταν στο παράθυρο και κοιτούσε τα λευκά τριαντάφυλλα στο απέναντι σπίτι.


    Το επόμενο πρωί σηκώθηκε για να τον πάει η μητέρα του να παίξει στο πάρκο. Πήρε την μπάλα του και βγήκε έξω. Έτρεξε στο απέναντι σπίτι και διάλεξε το πιο όμορφο λευκό τριαντάφυλλο και το έκοψε προσεχτικά. Το μύρισε και προχώρησε χαμογελώντας. Κρατούσε από το άλλο χέρι τη μητέρα του. Πέρασαν από το σημείο που έμεναν οι πρόσφυγες. Ο μικρός Γιάννης είδε ένα παιδάκι να κάθεται με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα του στην άκρη μίας σκηνής. Φαινόταν λυπημένο. Άφησε το χέρι της μητέρας του και έτρεξε προς εκείνο. Τα βλέμματα των δύο αγοριών συναντήθηκαν,επικοινώνησαν αν και δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Η μητέρα του φαινόταν εξοργισμένη στην άκρη του δρόμου. Ο μικρός Γιάννης έδειξε τον εαυτό του και είπε "Γιάννης"και έδωσε το χέρι του. Το μικρό αγόρι που καθόταν στο υγρό δάπεδο δίπλα στη σκηνή σηκώθηκε όρθιο,έδειξε τον εαυτό του και είπε "Μαχμούτ" και έδωσε το χέρι του στον μικρό Γιάννη. Τότε ο Γιαννάκης έδωσε το λευκό τριαντάφυλλο και την μπάλα του στον μικρό Μαχμούτ. "Για εσένα" είπε στα ελληνικά. Η γλώσσα όμως δεν στάθηκε εμπόδιο. Ο μικρός Μαχμούτ χαμογέλασε και έβαλε το χέρι του στο στήθος του για να τον ευχαριστήσει. Ο μικρός Γιάννης χαμογέλασε και έτρεξε προς τη μητέρα του που ο θυμός της ήταν φανερός. Πήγε να του φωνάξει αλλά ο μικρός Γιάννης μίλησε πρώτος. "Μαμά, μην θυμώνεις. Η κυρία στο σχολείο είπε ότι σε αυτά τα παιδιά στερούν την παιδική τους ηλικία, τους στερούν το παιχνίδι. Εγώ μαμά όμως τους το έδωσα πίσω. Τους έδωσα πίσω το παιχνίδι τους και την παιδική τους ηλικία. Θα παίζουν όλοι μαζί τώρα μαμά σαν παιδιά. Σαν παιδιά που είναι! Τους έδωσα ελπίδα για κάτι καλύτερο. Το έχουν ανάγκη μαμά. Μην θυμώνεις. Όλοι άνθρωποι είμαστε. Σ'αγαπώ μαμά!" Και την πήρε αγκαλιά. Η μητέρα του δεν μίλησε. Δεν είπε τίποτα. Απλά πήγαν στο πάρκο.

    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου